Οι τοποσυναφείς παραστάσεις ή δράσεις δεν πραγματοποιούνται σε ειδικά σχεδιασμένους και καθιερωμένους θεατρικούς χώρους, αλλά σε ένα ευρύ φάσμα εξωθεατρικών τόπων, όπως πάρκα, εγκαταλελειμμένα κτίρια, ιστορικές τοποθεσίες, μουσεία, εργοστάσια, αστικούς δημόσιους χώρους, ή και την ύπαιθρο. Δημιουργούνται για να αντανακλούν τα μοναδικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου τόπου στον οποίο επιτελούνται και να αλληλεπιδρούν με την ατμόσφαιρα, την ιστορία και την αρχιτεκτονική του. Επομένως, ο επιλεγμένος χώρος δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό περιβάλλον ή τη σκηνογραφία του παραστασιακού γεγονότος, αλλά αναπόσπαστο μέρος της καλλιτεχνικής σύλληψης. Με τον τρόπο αυτόν, ο τόπος διαμορφώνει τη δομή, την κίνηση, το οπτικό και ηχητικό πλαίσιο και γενικότερα την αισθητική μορφή και το περιεχόμενο, επηρεάζοντας, ως εκ τούτου, την αφήγηση, τη θεματολογία και την εμπειρία του κοινού.
Ο όρος τοποσυναφής τέχνη [site-specific art] εισήχθη από τον Καλιφορνέζο καλλιτέχνη Robert Irwin [Ρόμπερτ Ίργουιν], αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του 1970 από καλλιτέχνες της διευρυμένης γλυπτικής στον χώρο, όπως η Patricia Johanson [Πατρίσια Γιοχάνσον] και o Dennis Oppenheim [Ντέννις Όππενχαϊμ], οι οποίοι δημιούργησαν καλλιτεχνικές παρεμβάσεις σε μεγάλης έκτασης αστικές τοποθεσίες. Η τοποσυναφής περιβαλλοντική τέχνη περιγράφηκε για πρώτη φορά ως τάση από την κριτικό αρχιτεκτονικής Catherine M. Howett [Κάθριν Μ. Χάουετ] και την κριτικό τέχνης Lucy R. Lippard [Λούσυ Ρ. Λίππαρντ]. Αναδυόμενη από τον μινιμαλισμό και τις εικαστικές παρεμβάσεις στον χώρο η τοποσυναφής τέχνη αναδεικνύει το χωρικό και κοινωνικό πλαίσιο/συγκείμενο και αντιστέκεται στο μοντερνιστικό πρόγραμμα του αυτόνομου έργου τέχνης (αφαίρεση από το έργο τέχνης όλων των ενδείξεων που καθιστούν εμφανές ότι πρόκειται για τέχνη).
Στην κατεξοχήν τοποσυναφή παράσταση ή επιτελεστική δράση ο εξωθεατρικός χώρος με το σύνολο των φυσικών και μορφολογικών χαρακτηριστικών του, με το ιστορικό του πλαίσιο και τη βασική χωρική και κοινωνική του λειτουργία τροφοδοτεί τον βασικό δραματουργικό πυρήνα του παραστασιακού συμβάντος, έτσι ώστε η παράσταση να μην μπορεί να μεταφερθεί σε άλλο χώρο χωρίς να χάσει όχι μόνο τη συγκεκριμένη μορφή της, αλλά και το συνεκτικό νοηματικό της πλαίσιο. Χαρακτηριστικό του όρου τοποσυναφής είναι η πολυμορφία του και η εφαρμογή του σε πολλά διαφορετικά καλλιτεχνικά πλαίσια ακολουθώντας ποικιλότροπες πρακτικές. Η ευρύτερη συνθήκη της τοποσυνάφειας επιδέχεται μια πληθώρα από διαβαθμίσεις ως προς τον βαθμό συσχετισμού της παράστασης με τον χώρο, όπως απηχείται στον πληθωρισμό της αγγλοσαξωνικής και διεθνούς/ξένης ορολογίας –λ.χ. site-as-scenography, found space theatre, site-generic, site-related, site-responsive, site-driven, place-bound, κ.ά. Πολύ γνωστά παραδείγματα τοποσυναφούς πρακτικής αποτελούν οι παραστάσεις του σκηνοθέτη Mike Pearson [Μάικ Πήρσον] με την ομάδα Brith Gof, αλλά και των ομάδων Station House Opera, Walkabout Theater Company, Forced Entertainment, Back to Back Theatre, κ.ά., και καλλιτεχνών όπως οι Meredith Monk [Μέρεντιθ Μονκ], David Lévine [Ντέιβιντ Λεβίν], Mary Ellen Strom [Μαίρη Έλλεν Στρομ] και Ann Carlson [Αν Κάρλσον], Stephan Koplowitz [Στέφαν Κόπλοβιτς], Lola Arias [Λόλα Άριας], κ.ά.
Στον χώρο του λυρικού θεάτρου, όλο και πιο συχνά παρατηρείται η τάση να τοποθετούνται οι παραστάσεις σε συγκεκριμένο χωρόχρονο, in situ, εκτός της θεατρικής σκηνής. Στις πρώτες απόπειρες τοποσυναφούς οπερατικής παραγωγής συγκαταλέγεται αυτή της Tosca (1900) του Giacomo Puccini [Τζάκομο Πουτσίνι], η οποία παρουσιάστηκε ζωντανά το 1993 στη Ρώμη, στους τρεις χώρους και στις τρεις χρονικές στιγμές που ορίζονται σε κάθε πράξη του λιμπρέτου. Αυτή η ζωντανή παρουσίαση πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο από την Orchestra Sinfonica di Roma della RA.I [Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοτηλεόρασης της Ρώμης] και τη Coro di Roma della RA.I [Χορωδία της Ραδιοτηλεόρασης της Ρώμης], υπό τη διεύθυνση του Zubin Mehta [Ζούμπιν Μέτα], με τους Plácido Domingo [Πλάθιντο Ντομίνγκο], Catherine Malfitano [Κάθριν Μαλφιτάνο] και Ruggero Raimondi [Ρουτζέρο Ραϊμόντι], σε σκηνοθεσία του Giuseppe Patroni Griffi [Τζουζέππε Πατρόνι Γκρίφφι] και παραγωγή Andrea Andermann [Αντρέα Άντερμαν].
Τα χαρακτηριστικά τοποσυναφών καλλιτεχνικών έργων φέρουν, επίσης, οι πολυμεσικές εγκαταστάσεις σε αρχαιολογικούς και άλλους χώρους του Ιάννη Ξενάκη [Iannis Xenakis], οι οποίες συνδύαζαν τη μουσική, την αρχιτεκτονική, την κίνηση και τον φωτισμό (Πολύτοπο του Μόντρεαλ, 1967, Πολύτοπο της Περσέπολης 1971, Πολύτοπο του Κλυνύ, 1972-1974, Διάτοπο, 1978 και Πολύτοπο των Μυκηνών,1978).